
Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών. Παρά τον συμφιλιωτικό τόνο της ομιλίας του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, το ρήγμα στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει βαθύ — και, όπως εκτιμούν έμπειροι αναλυτές, αναμένεται να διευρυνθεί.
Ο επικεφαλής σχολιαστής διεθνών σχέσεων των Financial Times, Γκίντεον Ράχμαν, σημείωσε με σαφήνεια ότι μια καλοδουλεμένη ομιλία δεν αρκεί για να γεφυρώσει τη στρατηγική απόσταση που έχει δημιουργηθεί. Πίσω από τις πολιτισμικές αναφορές και τις διακηρύξεις περί «ανανεωμένης συνεργασίας», το βασικό μήνυμα της Ουάσιγκτον παραμένει αμετάβλητο: περισσότερη ευρωπαϊκή ευθύνη στην άμυνα, αυξημένες δαπάνες και πολιτική σύγκλιση με τις προτεραιότητες της αμερικανικής διοίκησης.
Η Ευρώπη, ωστόσο, αντιλαμβάνεται πλέον ότι η σχέση αυτή δεν είναι συμμετρική. Τα τελευταία χρόνια, οι παρεμβάσεις Αμερικανών αξιωματούχων, η αμφισβήτηση διεθνών δεσμεύσεων και η ανοιχτή ιδεολογική στήριξη εθνικιστικών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο έχουν ενισχύσει την αίσθηση πως οι ΗΠΑ λειτουργούν ταυτόχρονα ως σύμμαχος και ως ανταγωνιστής.
Το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι δομικό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε καίριους τομείς: στην άμυνα μέσω του ΝΑΤΟ, στην τεχνολογία μέσω αμερικανικών κολοσσών, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω του δολαρίου και των αμερικανικών αγορών. Αυτή η πολυεπίπεδη εξάρτηση περιορίζει την ικανότητά της να ασκήσει αυτόνομη γεωπολιτική στρατηγική.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη δεν στερείται δυνατοτήτων. Διαθέτει συγκρίσιμο οικονομικό μέγεθος με τις ΗΠΑ, υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό και σημαντική βιομηχανική βάση. Εκείνο που απουσιάζει δεν είναι οι πόροι, αλλά η πολιτική βούληση για συλλογική αξιοποίησή τους.
Οι εσωτερικές αδυναμίες είναι υπαρκτές: η εύθραυστη γαλλογερμανική ισορροπία, οι μετα-Brexit τριβές με το Ηνωμένο Βασίλειο, οι διαφορετικές προσεγγίσεις κρατών-μελών σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ωστόσο, η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δείχνει ότι συχνά οι μεγάλες τομές προκύπτουν μέσα από κρίσεις. Και η παρούσα συγκυρία συνιστά ακριβώς μια τέτοια στιγμή.
Η συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» δεν μπορεί να παραμένει θεωρητική. Προϋποθέτει ενίσχυση της κοινής άμυνας, επενδύσεις στην τεχνολογική ανεξαρτησία, απεξάρτηση από εξωευρωπαϊκές ενεργειακές και χρηματοπιστωτικές δομές, καθώς και διαμόρφωση ενιαίας εξωτερικής πολιτικής με σαφή ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Το μήνυμα που εκπέμπεται από το Μόναχο δεν είναι ότι η διατλαντική σχέση τερματίζεται. Είναι ότι μετασχηματίζεται. Και σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό τη σκιά της αμερικανικής στρατηγικής ή αν θα αποκόψει — πολιτικά και θεσμικά — τον ομφάλιο λώρο που τη συνδέει με την Ουάσιγκτον.
Η επιλογή δεν αφορά ρήξη, αλλά ωρίμανση. Μια πραγματικά ισότιμη σχέση μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μεταξύ δύο αυτόνομων πόλων ισχύος. Το ερώτημα, όπως υπονοεί και ο Ράχμαν, δεν είναι αν το ρήγμα υπάρχει. Είναι αν η Ευρώπη θα το αντιμετωπίσει αμυντικά ή θα το μετατρέψει σε αφετηρία μιας νέας, ανεξάρτητης πορείας.
Ω.






