Υπάρχουν λέξεις που δεν είναι απλώς λέξεις. Είναι πολιτική στάση. Και το πιο πολυσυζητημένο «αν» της τελευταίας περιόδου ανήκει στον ίδιο τον Νίκο Χριστοδουλίδη
Η φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά:
«Αν υπάρχουν ευθύνες θα αποδοθούν».
Μόνο που το «αν» έχει γίνει το πιο βολικό πολιτικό καταφύγιο.
Επεισόδια στη Χλώρακα;
— «Αν υπάρχουν ευθύνες θα αποδοθούν».
Πυρκαγιές;
— «Αν υπάρχουν ευθύνες θα αποδοθούν».
Υδατικό;
— «Αν υπάρχουν ευθύνες θα αποδοθούν».
VideoGate;
— «Αν υπάρχουν ευθύνες θα αποδοθούν».
Αφθώδης πυρετός;
— «Αν υπάρχουν ευθύνες θα αποδοθούν».
Το μοτίβο είναι σταθερό. Πρώτα η κρίση. Μετά η πίεση. Και έπειτα το «αν».
Η φράση επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Πάντα με τον ίδιο τόνο. Πάντα με την ίδια απόσταση. Πάντα με το ίδιο προσεκτικό «αν».
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι νομικό. Είναι πολιτικό. Σε μια χώρα που βιώνει διαδοχικές κρίσεις, κοινωνικές, περιβαλλοντικές, θεσμικές, υγειονομικές η κοινή γνώμη δεν αναζητά μόνο διαδικαστικές απαντήσεις. Αναζητά καθαρές τοποθετήσεις.
Το «αν» λειτουργεί ως γέφυρα προς το μέλλον. Αφήνει χώρο για έρευνες, για πορίσματα, για τεχνοκρατικές αξιολογήσεις. Αλλά ταυτόχρονα αφήνει και κάτι άλλο: ένα κενό ανάμεσα στην ευθύνη και στην ανάληψή της.
Γιατί σε πολιτικό επίπεδο, οι ευθύνες δεν εμφανίζονται ξαφνικά μετά από πολυσέλιδα πορίσματα. Υπάρχουν όταν η διαχείριση δεν πείθει, όταν τα αποτελέσματα δεν είναι αυτά που αναμένονται, όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι το κράτος κινείται πιο αργά από τα γεγονότα.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα:
Μήπως το πρόβλημα δεν είναι αν υπάρχουν ευθύνες, αλλά αν υπάρχει διάθεση να αναγνωριστούν χωρίς τον προστατευτικό όρο;
Η πολιτική ηγεσία κρίνεται στις κρίσεις. Και οι κρίσεις δεν απαντώνται με υποθετικές προτάσεις.
Κάποια στιγμή, το «αν» ίσως χρειαστεί να αντικατασταθεί από μια πιο απόλυτη φράση.
«Υπάρχουν ευθύνες. Και τις αναλαμβάνω».
Μέχρι τότε, το «αν» θα παραμένει η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη λέξη του Προεδρικού.
Και ίσως η πιο βαριά.
Ο Άβολoς







