Στην πολιτική, κάποια στιγμή οι συμπτώσεις παύουν να είναι… συμπτώσεις. Και τότε αρχίζουν τα ερωτήματα...
Η Υπουργός Γεωργίας βρέθηκε αντιμέτωπη με τις φονικές πυρκαγιές που έκαψαν την ορεινή Λεμεσό. Οι εικόνες μιλούσαν από μόνες τους: καμένη γη, απελπισμένοι κάτοικοι, αγρότες που είδαν κόπους ετών να γίνονται στάχτη. Η κριτική για τον χειρισμό της κρίσης ήταν έντονη – και όχι μόνο από την αντιπολίτευση.
Στη συνέχεια ήρθε το υδατικό. Φράγματα σε χαμηλά επίπεδα, προειδοποιήσεις ειδικών, σενάρια για περιορισμούς το καλοκαίρι. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει σχέδιο. Γιατί αν η Κύπρος φτάσει στο σημείο να συζητά αν θα έχει επάρκεια νερού ακόμη και για βασικές ανάγκες, τότε κάτι δεν έγινε σωστά – ή δεν έγινε έγκαιρα.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, η γεωργία και η κτηνοτροφία βρίσκονται ξανά σε κατάσταση συναγερμού. Οι παραγωγοί εδώ και μήνες μιλούν για αυξημένο κόστος, μειωμένες αποδόσεις και αίσθηση εγκατάλειψης. Τώρα, με τον αφθώδη πυρετό να απειλεί μονάδες και εισοδήματα, ο κλάδος μοιάζει ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Πληροφορίες για καθυστερήσεις, για ελλιπή προληπτικά μέτρα, για ολιγωρία στη διαχείριση. Αν ισχύουν, τότε το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Είναι δομικό.
Σε μια κυβέρνηση, κανείς δεν κρίνεται από τις καλές ημέρες. Κρίνεται από τις κρίσεις. Και όταν οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη στο ίδιο χαρτοφυλάκιο, τότε η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να αιωρείται επ’ αόριστον.
Το ερώτημα που ψιθυρίζεται όλο και πιο δυνατά στα πολιτικά πηγαδάκια είναι απλό: Τι άλλο πρέπει να συμβεί για να τεθεί ζήτημα; Πόσες ακόμη «δύσκολες συγκυρίες» μπορεί να αντέξει ένα υπουργείο πριν θεωρηθεί ότι ίσως χρειάζεται αλλαγή πορείας;
Στο τέλος της ημέρας, η ευθύνη βαραίνει εκεί που ανήκει. Και η τελική απόφαση δεν είναι της Υπουργού. Είναι του Προέδρου.
Z.







