Όταν η Ουάσιγκτον εκβιάζει τους συμμάχους της, η Δύση παύει να είναι κοινότητα αξιών και μετατρέπεται σε πεδίο επιβολής
Η πρόσφατη κρίση γύρω από το Στενό του Ορμούζ και η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στους συμμάχους της δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο γεωπολιτικής έντασης. Είναι η πιο καθαρή απόδειξη ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική, υπό τη λογική του Ντόναλντ Τραμπ, έχει μετατραπεί από σύστημα ηγεσίας σε μηχανισμό εκβιασμού. Και, ίσως για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ευρώπη —και όχι μόνο— αρχίζει να λέει «όχι».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, τουλάχιστον έξι χώρες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον διεθνή συνασπισμό που προωθούσε η Ουάσιγκτον για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο. Δεν πρόκειται απλώς για διαφωνία τακτικής· είναι ευθεία αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας. Και αυτό, γιατί η πρόταση των ΗΠΑ δεν παρουσιάστηκε ως πρόσκληση συνεργασίας, αλλά ως τελεσίγραφο: «ή μαζί μας ή απέναντί μας».
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν λειτουργούν πλέον ως εγγυητής σταθερότητας, αλλά ως δύναμη που απαιτεί συμμόρφωση. Η λογική της συμμαχίας έχει αντικατασταθεί από τη λογική της υποταγής.
Η ανάλυση της Die Zeit είναι αποκαλυπτική: οι Ευρωπαίοι προσπάθησαν για χρόνια να κατευνάσουν τον Τραμπ. Αντί όμως να περιοριστεί, ο Αμερικανός πρόεδρος κλιμάκωσε τις απαιτήσεις του. Η απειλή για «πολύ κακό μέλλον» σε περίπτωση μη συμμόρφωσης αποτυπώνει τη μετατροπή της διπλωματίας σε εκβιασμό.
Και εδώ τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν μια χώρα που επικαλείται διαρκώς το διεθνές δίκαιο να προχωρά σε στρατιωτικές ενέργειες που το παραβιάζουν; Πώς μπορεί να ζητά από τους συμμάχους της να επωμιστούν το κόστος μιας σύγκρουσης που η ίδια προκάλεσε;
Η απάντηση είναι απλή — και ανησυχητική. Η Ουάσιγκτον λειτουργεί με όρους αυτοκρατορίας, όχι συμμαχίας.
Η υπόθεση του Ορμούζ δεν είναι μεμονωμένη. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που περιλαμβάνει εμπορικούς πολέμους, απειλές αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, ακόμη και δηλώσεις περί προσάρτησης εδαφών, όπως η Γροιλανδία. Πρόκειται για μια πολιτική που δεν αναγνωρίζει όρια, ούτε θεσμούς.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η επιθετικότητα των ΗΠΑ. Είναι η υποκρισία που τη συνοδεύει.
Την ίδια στιγμή που η Ουάσιγκτον απαιτεί από την Ευρώπη να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες και να στηρίξει την Ουκρανία, εμφανίζεται διατεθειμένη να χαλαρώσει κυρώσεις προς τη Ρωσία όταν αυτό εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα. Η «αρχή» μετατρέπεται σε εργαλείο, και η «συμμαχία» σε μέσο πίεσης.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να μετακυλήσει το κόστος των δικών της αποφάσεων στους άλλους. Να εξάγει την κρίση που η ίδια δημιουργεί.
Και όμως, κάτι αλλάζει.
Η άρνηση ευρωπαϊκών και ασιατικών χωρών να συμμετάσχουν στον συνασπισμό για το Ορμούζ δείχνει ότι η εποχή της άκριτης ευθυγράμμισης φτάνει στο τέλος της. Η Ευρώπη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η «ομπρέλα προστασίας» των ΗΠΑ δεν έχει μόνο κόστος, αλλά και πολιτικό τίμημα.
Ακόμη και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κριτική εντείνεται. Δημοσιεύματα όπως αυτά της Washington Post επισημαίνουν ότι η πρόωρη «κήρυξη νίκης» και η αποχώρηση από κρίσιμα μέτωπα στέλνουν μήνυμα ασυνέπειας.
Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή κρίση: κρίση αξιοπιστίας και κρίση ηγεσίας.
Η Αμερική δεν χάνει απλώς συμμάχους. Χάνει την εμπιστοσύνη τους.
Και αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό πλήγμα. Διότι οι διεθνείς σχέσεις δεν στηρίζονται μόνο στη δύναμη, αλλά και στην αξιοπιστία. Όταν αυτή καταρρέει, καμία στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας υπερδύναμης που αυτοϋπονομεύεται. Που, αντί να οικοδομεί συμμαχίες, τις διαλύει. Που, αντί να σταθεροποιεί το διεθνές σύστημα, το αποσταθεροποιεί.
Αυτό που βλέπουμε δεν είναι ηγεσία. Είναι αλαζονεία.
Δεν είναι στρατηγική. Είναι παρορμητισμός.
Δεν είναι συμμαχία. Είναι επιβολή.
Η Ευρώπη, έστω και καθυστερημένα, αρχίζει να το αντιλαμβάνεται. Το ερώτημα είναι αν θα προχωρήσει μέχρι το τέλος.
Διότι η ιστορία έχει δείξει ότι οι αυτοκρατορίες δεν καταρρέουν μόνο από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά κυρίως από τα δικά τους λάθη.
Ω.







