
Το πιο περίεργο μετά την απόφαση δεν ήταν η ίδια η απόφαση.
Ήταν η απουσία πραγματικής αντίδρασης.
Γράφει ο Παπα - Ράτσης
Μια υπόθεση που πριν λίγα χρόνια θα διέκοπτε συζητήσεις σε κάθε τραπέζι, κάθε μέσο δικτύωσης, κάθε κοινωνικής συνάθροισης, αυτή τη φορά απλώς την προσπέρασε ο …ανταγωνισμός. Όχι επειδή όλοι πείστηκαν. Επειδή κανείς δεν εξεπλάγη. Άσε που δεν μπορεί να θεωρηθεί πιο σημαντικό θέμα από τον αφελληνισμό που επιδιώκει και την κιτσιά που παράγει το JALLA.
Το δικαστήριο έκανε αυτό που οφείλει να κάνει: έκρινε με βάση τις αποδείξεις που είχε ενώπιόν του και κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Εκεί τελειώνει η δικαστική διαδικασία.
Αυτό όμως δεν είναι αρκετό για να αλλάξει την αίσθηση που προκαλείται στον μέσο πολίτη αυτού του τόπου.
Γιατί μέσα από την ίδια την απόφαση προέκυψε και κάτι άλλο: αναφορά σε σημαντικούς μάρτυρες που δεν κλήθηκαν. Γιατί; Δηλαδή να υποθέσουμε ότι μια υπόθεση που απασχόλησε ολόκληρη τη χώρα και όχι μόνο, έφτασε στην αίθουσα του δικαστηρίου χωρίς να παρουσιαστεί στην πληρότητά της;
Έτσι γεννιέται η απογοήτευση.
Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν νομικά αθώοι — όπως προβλέπει το κράτος δικαίου.
Η κοινωνία όμως ένιωσε να έλαβε όλες τις απαντήσεις ή αλληλοκοιταζόμαστε μουδιασμένοι;
Όχι επειδή ζητά καταδίκες.
Επειδή ζητά βεβαιότητα.
Ο πολίτης δεν παρακολουθεί νομικές λεπτομέρειες. Βλέπει ένα γεγονός, βλέπει μια διαδικασία και περιμένει στο τέλος να νιώσει ότι η υπόθεση ξεκαθάρισε. Όταν το ίδιο το σκεπτικό της απόφασης αφήνει κενά για τον τρόπο που παρουσιάστηκε η υπόθεση, αυτό που μένει δεν είναι διαφωνία με το δικαστήριο.
Είναι αίσθηση ανολοκλήρωτου.
Και αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό: όχι ότι εκδόθηκε μια απόφαση, αλλά ότι μετά την απόφαση δεν επανήλθε η εμπιστοσύνη.
Γιατί οι θεσμοί δεν κρίνονται μόνο από το αποτέλεσμα μιας δίκης, αλλά από το αν ο πολίτης αισθάνεται ότι όλα όσα έπρεπε να ακουστούν, ακούστηκαν.
Αυτή τη φορά, έμεινε η εντύπωση ότι η υπόθεση νομικά έκλεισε — χωρίς να κλείσει στη συνείδηση μας.







