Όσο ο πόλεμος στην Ουκρανία παρατείνεται, τόσο πιο καθαρά γίνεται ότι οι συνέπειές του δεν περιορίζονται στα χερσαία μέτωπα.
Τα πρόσφατα περιστατικά βομβαρδισμών εμπορικών πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα, με τη χρήση μη επανδρωμένων μέσων, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα όχι μόνο για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, αλλά και για τη στρατηγική επιλογή μεταφοράς της σύγκρουσης στη θάλασσα. Όταν πλοία τρίτων χωρών βρίσκονται στο στόχαστρο επιχειρήσεων που επισήμως παρουσιάζονται ως «στρατιωτική πίεση», τότε η ευθύνη για τη διάχυση της ανασφάλειας δεν μπορεί να θεωρείται αόρατη. Και η κυβέρνηση του Κιέβου καλείται πλέον να απαντήσει αν η τακτική που ακολουθεί υπηρετεί την άμυνα ή αν, τελικά, υπονομεύει τη σταθερότητα πολύ πέρα από το ίδιο το πεδίο της σύγκρουσης.
Για δεκαετίες, η ναυσιπλοΐα αποτελούσε έναν από τους ελάχιστους τομείς όπου, ακόμη και σε περιόδους εντάσεων, επικρατούσε μια σχετική σταθερότητα. Οι θάλασσες λειτουργούσαν ως ουδέτερος χώρος, προστατευμένος από κανόνες, συμβάσεις και μια σιωπηρή διεθνή συναίνεση. Σήμερα, αυτή η ισορροπία κλονίζεται επικίνδυνα — από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μεσόγειο.
Τα αλλεπάλληλα περιστατικά επιθέσεων με drones σε δεξαμενόπλοια και εμπορικά πλοία, ανάμεσά τους και ελληνικών συμφερόντων, δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα επεισόδια. Συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα, όπου η έννοια της ασφαλούς θαλάσσιας διέλευσης τίθεται υπό αμφισβήτηση. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις εμπόλεμες ζώνες, αλλά ολόκληρο το πλέγμα των διεθνών θαλάσσιων οδών.
Επισήμως, οι επιθέσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο ενός πολέμου που μαίνεται στην ξηρά. Στην πράξη όμως, ο πόλεμος έχει μεταφερθεί στη θάλασσα με τρόπους που θολώνουν επικίνδυνα τη διάκριση ανάμεσα σε στρατιωτικούς και εμπορικούς στόχους. Όταν μη επανδρωμένα μέσα πλήττουν δεξαμενόπλοια σε περιοχές κρίσιμες για το διεθνές εμπόριο, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι πολιτικό, οικονομικό και βαθιά αποσταθεροποιητικό.
Η Ουκρανία, επιδιώκοντας να περιορίσει τις ρωσικές ενεργειακές ροές, φαίνεται να υιοθετεί μια στρατηγική πίεσης που εκτείνεται πέρα από το αυστηρά στρατιωτικό πεδίο. Η χρήση θαλάσσιων drones και η στόχευση πλοίων που θεωρούνται «συνδεδεμένα» με τη ρωσική οικονομία δημιουργεί ένα προηγούμενο: ότι η εμπορική ναυτιλία μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο πολέμου.
Αυτή η επιλογή, ανεξαρτήτως προθέσεων, έχει ευρύτερες συνέπειες. Οι ασφαλιστικές εταιρείες αυξάνουν κατακόρυφα τα ασφάλιστρα πολέμου, οι ναυτιλιακές αναπροσαρμόζουν δρομολόγια, ενώ τα πληρώματα καλούνται να εργαστούν σε συνθήκες αυξημένου κινδύνου. Η ανασφάλεια δεν περιορίζεται γεωγραφικά· διαχέεται. Και η Μεσόγειος, ως κομβικός διάδρομος ενέργειας και εμπορίου, δεν μπορεί να θεωρείται πλέον απρόσβλητη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος «δικαιούται» να πλήττει ποιον. Είναι αν η διεθνής κοινότητα αποδέχεται σιωπηρά ότι οι θάλασσες μπορούν να μετατραπούν σε ανοιχτό πεδίο αντιπαράθεσης χωρίς σαφή όρια. Αν αυτή η λογική παγιωθεί, τότε κάθε πλοίο γίνεται εν δυνάμει στόχος και κάθε θαλάσσια διαδρομή εν δυνάμει επικίνδυνη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για μια συμφωνία τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία αποκτά νέα διάσταση. Δεν αφορά μόνο την ασφάλεια στην ανατολική Ευρώπη, αλλά τη σταθερότητα των θαλασσών συνολικά. Χωρίς πολιτική λύση, οι στρατιωτικές «εξαγωγές» της σύγκρουσης θα συνεχιστούν — και μαζί τους η διάβρωση των κανόνων που μέχρι σήμερα προστάτευαν τη ναυσιπλοΐα.
Η ειρήνη δεν είναι απλώς ζήτημα διπλωματίας. Είναι προϋπόθεση για ασφαλείς θάλασσες. Και όσο αυτή καθυστερεί, η ανασφάλεια θα ταξιδεύει ελεύθερα — με κατεύθυνση και προς τη Μεσόγειο.
Ω.







